Τελικά μπορεί να διδαχθεί η επιχειρηματικότητα;

Η έννοια της επιχειρηματικότητας αποτελεί ένα πολυσυνθέτο πλαίσιο και δεν αφορά, σε καμία περίπτωση, απλά μόνο την εκπόνηση ενός επιχειρηματικού πλάνου. Σημαντικές έρευνες έχουν ασχοληθεί με το ερώτημα του κατά πόσο η επιχειρηματικότητα μπορεί να διδαχθεί και διάφορα μοντέλα διδασκαλίας έχουν κατά καιρούς προταθεί, κυρίως από την ακαδημαϊκή κοινότητα, πολλά από τα οποία διδάσκονται σε πανεπιστημιακές σχολές και διεθνή business schools. Τα μοντέλα αυτά αναφέρονται κυρίως στους μηχανισμούς που θα μπορούσαν να προσφέρουν μια δυναμική εργαλειοθήκη και εφοδία για τον κύκλο της επιχειρηματικής ζωής σε μελλοντικούς επιχειρηματίες αλλά δίχως αυτό να σημαίνει ότι κάποιος μπορεί πραγματικά να γίνει επιχειρηματίας μόνο μέσω της διαδικασίας αυτής.images (1)

Η συζήτηση γύρω από το εν λόγω θέμα είναι αρκετά μεγάλη, δυναμική και με πολλές διαφορετικές και συμπληρωματικές παραμέτρους. Ο σκοπός της παρούσας σύντομης εισήγησης είναι να συμβάλλει στην εν λόγω συζήτηση με τη παρουσίαση μιας συμπληρωματικής οπτικής δίνοντας έναυσμα για περαιτέρω ενασχόληση και προβληματισμό. Το πρώτο σημείο της συζήτησης αφορα το γεγονός ότι τα υπάρχοντα μοντέλα διδασκαλίας δεν μπορούν γενικότερα να εκφράσουν το γιατί, δηλαδή το σημείο εκκίνησης της πραγματικής ανάγκης για τη διδασκαλία των επίδοξων επιχειρηματιών και ποια θα ήταν η προστιθέμενη αξία της διδασκαλίας αυτής. Ποιό είναι το πραγματικό κενό το οποίο συμπληρώνουν; Αναπτύσσουν πραγματικά μία νοοτροπία επιχειρηματικότητας; Ενθαρρύνουν το επιχειρηματικό πνεύμα; “Εκείνοι που γνωρίζουν το γιατί είναι αυτοί που ηγούνται. Είναι αυτοί που εμπνέουν„ [Sinek, 2009: 38-40]. Η σημασία της επιχειρηματικότητας, ιδίως στους νέους ανθρώπους που πιθανώς να μη διαθέτουν εργασιακή ή άλλου είδους εμπειρία και το γεγονός ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας παγκοσμίως απεικονίζουν την αρχική αναζήτηση της επιχειρηματικότητας, φέρνοντάς τη ως διδακτέα ύλη στα σχολεία, τις επιχειρήσεις, τα πανεπιστήμια κ.λπ. Επιπλέον, στα υπάρχοντα μοντέλα διδασκαλίας είναι σαφές ότι η εστίαση γίνεται ως επί το πλείστον στις τεχνικές πτυχές και στον οικονομικό παράγοντα, δινόντας λιγότερη σημασία στην ανάγκη καλλιέργειας μιας επιχειρηματικής κουλτούρας, στην αναγνώριση της δυνατότητα εκμάθησης για το πως σκέφτεται ένας επιχειρηματίας και το πιο σημαντικό την ανάγκη για προώθηση της υπεύθυνης και της κοινωνικής επιχειρηματικότητας [Liikanen, 2003].

Το δεύτερο σημείο της συζήτησης αφορά τη χρήση της λέξης διδασκαλία. Η διδασκαλία αποτελεί μία προσανατολισμένη διαδικασία η οποία χαρακτηρίζεται από προβλεψιμότητα. Η επιχειρηματικότητα όμως δεν είναι καθόλου προβλέψιμη. Η επιχειρηματικότητα είναι στενά συνυφασμένη με την καινοτομία. Η προώθηση και η εγκαθίδρυση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων δεν μπορεί να γίνει μόνο μέσω της διδασκαλίας, αλλά κυρίως μέσω της κατάρτισης και ακόμα καλύτερα μέσω της καθοδήγησης (μιας μεθόδου προσανατολισμένης προσέγγισης). Είναι αλήθεια ότι η δημιουργία ενός επιχειρηματικού πνεύματος και επιχειρηματικού πολιτισμού δεν μπορεί να μεταβιβαστεί ή απλά να προκύψει μέσω έμπνευσης, αλλά η ποιότητα των εργαλείων (προγράμματα σπουδών και εκπαιδευτικοί πόροι) μπορούν να υιοθετήσουν τη μέθοδο της δια βίου και βιωματικής μάθησης. Η προσέγγιση αυτή απευθύνεται περισσότερο σε μια κοινωνία και στο σύγχρονο πλαίσιο του 21ου αιώνα και στοχεύει στην αποτελεσματική ενίσχυση και ώθηση ενός επιχειρηματικού ιδεώδους. Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να μάθει από τα λάθη του, ή ακόμη και ότι επιτρέπεται στους ανθρώπους να κάνουν λάθη, δεν συνιστά αποκλειστικά βιωματικό τρόπο κατανόησης των ετερογενών παραγόντων που απαιτούνται για να είναι κάποιος ενεργός, καινοτόμος, παθιασμένος και δημιουργικός επιχειρηματίας [Finkelstein & Sanford, 2000]. Αυτή η διαδικασία μάθησης μπορεί να συμβάλει στην ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας με την ενθάρρυνση του επιχειρηματικού πνεύματος στους νέους κυρίως ανθρώπους, αποτελώντας ένα ζωτικό εργαλείο για να βοηθήσει τους επιχειρηματίες να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της οικονομίας και της κοινωνίας της γνώσης.

Μια σημαντική παράμετρος που τα υπάρχοντα μοντέλα διδασκαλίας φαίνεται να μην καλύπτουν είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει μία επιχειρηματική ομοιογένεια και έτσι είναι σχεδόν απίθανο να ανταποκριθούν όλοι με τον ίδιο τρόπο στις εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες και στις τεχνικές κατάρτισης. Δεν είναι σαφές αν τα εν λόγω μοντέλα έχουν την ευελιξία να προσαρμοστούν σε διαφορετικούς τύπους επιχειρηματιών (επιχειρηματικότητα από φιλοδοξία, ως τρόπος ζωής, με προσανατολισμό στην ανάπτυξη κλπ), που θα έχουν διαφορετικές προσδοκίες και ανάγκες [OECD, 2004: 19-20].

Αποκωδικοποιώντας τις κύριες θεωρίες/ορισμούς της επιχειρηματικότητας και τις σχολές σκέψης, μπορούμε να σχηματίσουμε μία πλατφόρμα τεσσάρων πυλώνων [Klein & Bullock, 2006: 11-13] ως ένα αρχικό σημείο εκκίνησης για την ανάλυση διαφόρων θεμάτων που χρειάζονται διαφορετικές εκπαιδευτικές προσεγγίσεις και αντιλήψεις.

  • Διαχείριση των υφιστάμενων πόρων

  • Απόκτηση νέων πόρων

  • Προσδιορισμός των υφιστάμενων δυνατοτήτων και δημιουργία νέων

  • Αντιμετώπιση αβεβαιότητας, άσκηση εγρήγορσης, στην προώθηση της τεχνολογικής ή της οργανωσιακής καινοτομίας και προσαρμογή στις εκάστοτε αλλαγές

Τα διάφορα μοντέλα προσπαθούν να καλύψουν όλους τους παραπάνω πυλώνες κυρίως όμως υπό ένα πρίσμα διαχειριστικό, γεγονός όμως που αναδεικνύει την έλλειψη μιας ευρύτερης άποψης για την επιχειρηματικότητα ως μια δραστηριότητα δημιουργική, δηλαδή όχι μόνο ως μία διαδικασία εξεύρεσης νέων ευκαιριών αλλά δημιουργίας νέων [Sarasvathy, 2008]. Η φύση της επιχειρηματικής νοοτροπίας αποτελεί μια έμφυτη ικανότητα που δεν μπορεί ίσως εύκολα κάποιος να τη διδαχθεί.

Ένα βασικό σημείο και μια σημαντική πρόκληση που συνήθως δεν αναγνωρίζεται από τα μοντέλα διδασκαλίας είναι το ποιος: το άτομο δηλαδή που θα ήταν πιο κατάλληλο για τη μεταφορά και τη διευκόλυνση της χρήσης των γνώσεων σε δυνητικούς επιχειρηματίες. Διαφορετικές προσεγγίσεις και μίγματα επαγγελματιών με επιχειρηματικό προσανατολισμό και μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, αποτελούν τον τέλειο συνδυασμό της θεωρητικής και πρακτικής εκπαίδευσης και ανάπτυξης μέσω μίας συνεχούς αλληλεπίδρασης.

Η διδασκαλία ενός συνόλου γνώσεων που θα επικεντρώνεται στα πρακτικά προβλήματα και νοουμένου ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εν δυνάμει επιχειρηματιών κινείται με γνώμονα τη δημιουργία ευκαιριών και είναι προσανατολισμένη στα επιτεύγματα, τότε αυτό που τους δίδεται είναι μερικά εργαλεία και τεχνικές για να βελτιώσουν τις πιθανότητές προς την επιτυχία [Stevenson, 2002: 3]. Αυτό είναι αληθινό, αλλά μονολιθικό. Το εγγενές χάρισμα, το όραμα και το κίνητρο είναι στοιχεία που είναι εξαιρετικά δύσκολο να διευκολυνθούν και να μεταφερθούν.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που τα υπάρχοντα μοντέλα δεν φαίνεται να είναι σε θέση να καλύψουν είναι η προετοιμασία των δυνητικών επιχειρηματιών από την εκπαιδευτική σκοπιά της ψυχολογίας. Η χαρτογράφηση των ατομικών χαρακτηριστικών του ατόμου που επιθυμεί να γίνει επιχειρηματίας σχετίζεται με το μοντέλο μάθησης στη πράξη το οποίο δίνει έμφαση σε διαφορετικά μαθησιακά αποτελέσματα και εμπειρίες [Bloom et al., 1956: 150]. Ως νόηση ορίζεται η “ διαδικασία που επιτρέπει στις αισθητηριακές εισροές να μετασχηματιστούν, να μειώνονται, να επεξεργάζονται, να αποθηκεύονται, να ανακτώνται και να χρησιμοποιούνται„ [Neisser, 1967]. Ο γνωσιακός χαρακτήρας και ο ψυχολογικός καθρέπτης ενός επιχειρηματία μεριμνούν για τα πολύτιμα δεδομένα που είναι απαραίτητα για την προσέγγιση της μάθησης που θα πρέπει να ακολουθηθούν από τα προγράμματα σπουδών διοίκησης επιχειρήσεων, δηλαδή να παρέχουν τόσο τις δεξιότητες όσο και την αύξηση της εμπιστοσύνης [Krueger, 2007]. Βγαίνοντας από τη προσωπική ζώνη άνεσης (ανεκτά όρια) και προσπαθώντας να δούμε τα πράγματα από μια διαφορετική οπτική, δεν είναι θέμα μόνο του πώς αλλά ένα ζήτημα γνωσιακής προσέγγισης, θέλησης, εσωτερικών κινήτρων και διορατικότητας.

Εξειδικεύοντας λίγο περισσότερο στο γνωστικό χαρακτήρα της επιχειρηματικότητας είναι αναπόφευκτο να συνειδητοποιήσουμε ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο: τη φύση του κύκλου της επιχειρηματικής ζωής. Αφήνοντας χρόνο προς σκέψη και αναθεώρηση πεπραγμένων, επιτρέπουμε στη γνώση και την εμπειρία να κατασταλάξουν μέσω της κατανόησης και αξιολογώντας κάθε βήμα οδηγούμαστε σε μία αντανακλαστική και εκ βαθέων μάθηση, δηλαδή “κατανοούμε και συνθέτουμε το σύνολο των πληροφοριών για ένα πολύτιμο και μακροπρόθεσμο υπαρξιακό νόημα„ [Schön, 1983].

Η έλλειψη του γιατί δηλώνεται στο ρόλο της εκπαίδευσης και της κατάρτισης στην πορεία προς την οικοδόμηση μιας επιχειρηματικής κοινωνίας. Και εδώ είναι ένα πρόσθετο στοιχείο το οποίο πολλά μοντέλα διδασκαλίας καλούνται να αντιληφθούν: η κουλτούρα. Η κουλτούρα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό παράγοντα που καθορίζει τις προτιμήσεις της σταδιοδρομίας και συμβάλλει στη διαμόρφωση στάσεων για την ανάληψη ρίσκου και ανταμοιβής.“Σημαντικές διαφορές επιχειρηματικών συμπεριφορών μπορεί να υπάρχουν μεταξύ των χωρών και αυτές οι ιδιαιτερότητες στη κουλτούρα έχουν αντίκτυπο στην εκάστοτε επιχειρηματική δραστηριότητα„ [OECD, 2004: 23]. Η καλλιέργεια μίας επιχειρηματικής νοοτροπίας και η προώθηση των αξιών της επιχειρηματικότητας και του επιχειρηματικού πνεύματος για την οικοδόμηση μιας επιχειρηματικής κοινωνίας αποτελούν το βασικό ρόλο της επιχειρηματικής δια βίου μάθησης.

Είναι αλήθεια ότι τα εργαλεία για τη μετατροπή μιας ιδέας σε ένα επιχειρηματικό πλάνο μπορούν σίγουρα να μεταδοθούν σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται να γίνει επιχειρηματίας, αλλά η συγκεκριμένη καινοτομία και η προστιθέμενη αξία που δημιουργεί ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να μεταφερθεί με κανένα μοντέλο ή εκπαιδευτική προσέγγιση [Koppl, 2003]. Ο σκοπός του κάθε μοντέλου εκπαίδευσης και κατάρτισης θα πρέπει να είναι η επίτευξη της υψηλότερης πιθανότητας επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η επιχειρηματικότητα έχει να κάνει με τη καινοτομία, την έμπνευση, την ανάληψη ρίσκου, τη δημιουργικότητα και τη διαμόρφωση ηγετικών δεξιοτήτων. “Η επιχειρηματικότητα αποτελεί επιλογή ζωής και όχι σταδιοδρομίας„ [Neck & Greene 2011: 56]. Ο συνδυασμός εργαλείων, χάρισμα, αρχών και ψυχολογικής γνώσης είναι σίγουρα το κλειδί για την επιτυχία, τη διαμόρφωση και την ανάπτυξη. Αλλά τελικά η επιχειρηματικότητα είναι ένας τρόπος σκέψης, ένας τρόπος κατανόησης [Simon 1996] ένας τρόπος εκτίμησης της ζωής, είναι η ανάγκη να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα, χρησιμοποιώντας μια διεπιστημονική προσέγγιση και φυσικά μια πρόκληση που μεγαλώνει εσωτεριστικά για τη δημιουργία κοινωνικής, βιώσιμης και χρήσιμης αξίας από περιορισμένους και αβέβαιους πόρους.

Βιβλιογραφικές Παραπομπές

Bloom, B. S., Engelhart, M. D., Furst, E. J., Hill, W. H., & Krathwohl, D. R. (1956). Taxonomy of educational objectives: the classification of educational goals; Handbook I: Cognitive Domain New York, Longmans, Green.

European Commission (2003). DirectorateGeneral for Enterprise. Responsible entrepreneurship – A collection of good practice cases among small and medium-sized enterprises across Europe. Office for Official Publications of the European Communities.

Finkelstein, S., & Sanford, S. H. (2000). Learning from Corporate Mistakes: the Rise and fall of Iridium. Organizational Dynamics, 29 (2):138-148.

Klein, P. G., & Bullock, J. B. (2006). Can entrepreneurship be taught?

Koppl, R. (2003). Introduction to the Volume: In R. Koppl and M. Minniti, eds. Austrian Economics and Entrepreneurial Studies. Amsterdam: Elsevier.

Krueger N. R. (2007). What lies beneath? The Experiential Essence of Entrepreneurial Thinking. Entrepreneurship Theory and Practice, 31(1): 123-138.

Neck, M. H., & Greene, G. P. (2011). Entrepreneurship Education: Known Worlds and New Frontiers. Journal of Small Business Management, 49(1): 55-70.

Neisser, U. (1967). Cognitive Psychology. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall.

OECD. (2004). 2nd OECD Conference of Ministers Responsible for Small and Medium-Sized Enterprises (SMEs). Promoting Entrepreneurship and Innovative SMEs in a Global Economy: towards a more responsible and Inclusive Globalization. Istanbul, Turkey 3-5 June 2004.

Sarasvathy, S.D. (2008). Effectuation: Elements of Entrepreneurial Expertise. Cheltenham: Edward Elgar.

Schön, D. (1983). The Reflective Practitioner. New York: Basic Books.

Simon, H. A. (1996). The Sciences of the Artificial. Cambridge, MA: MIT Press.

Sinek, S. (2009). Start with Why. How great leaders inspire everyone to take action. USA: Penguin.

Stevenson, H. Hamermesh, R., Marshall, P., & Roberts, M. (2002). Entrepreneurship: It can be Taught. Harvard Business School, Προσβάσιμο σε http://hbswk.hbs.edu/item/2905.html.

Ο Δημήτριος Σαλαμπάσης ζει στο Λουξεμβούργο και εργάζεται ως διδακτορικός ερευνητής και σύμβουλος επιχειρήσεων στο Luxembourg Institute of Science and Technology σε συνεργασία με το Lappeenranta University of Technology στη Φιλανδία. Τα θέματα με τα οποία ασχολείται καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της διοίκησης των επιχειρήσεων. Οι δημοσιεύσεις του σε διεθνή επιστημονικά journals και συνέδρια επικεντρώνονται στα θέματα διαχείριση καινοτομίας, ανθρώπινου δυναμικού, οργανωσιακής ψυχολογίας, ανθρώπινης ανάπτυξης και οργανωσιακής συμπεριφοράς.

Blog: http://active-reflection.blogspot.com/

Twitter: dsalampasis

Σχολιάστε